Το χιόνι
έπεφτε απαλά έξω από το σπίτι της κυρίας Δήμητρας. Ήταν ένα μικρό σπίτι με κεραμιδένια
σκεπή, με μια πανύψηλη καμινάδα από όπου, έβγαινε ο μαύρος καπνός κάνοντας
διάφορα σχέδια στο συννεφιασμένο ουρανό, όταν άναβε το όμορφο τζάκι της, η
γιαγιά Δήμητρα με τα ξύλα που μάζευε από το δάσος. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων
και η γιαγιά, στην κουζίνα της, έφτιαχνε λαχταριστά γλυκίσματα, νόστιμους
κουραμπιέδες, μελωμένα μελομακάρονα και τραγανές δίπλες. Στο σαλόνι τα
εγγονάκια της, η Δημητρούλα, η Σοφία και ο μικρός Κωστής, στόλιζαν το
χριστουγεννιάτικο έλατο με πολύχρωμες μπαλίτσες, ροζ και κίτρινα φωτάκια και
στην κορυφή έβαλαν ένα χρυσό αστεράκι.
-Γιαγιά,
γιαγιά, έλα να δεις το δένδρο μας, ωραίο δεν είναι; Είπε ο Κωστής.
-Πολύ ωραίο
είναι, μπράβο σας! Είπε η γιαγιά Δήμητρα.
Να βάλετε και το στάβλο όπου γεννήθηκε ο Χριστός μας κάτω από το δένδρο. Τα παιδιά,
πήρανε, τη μικρή σπηλιά, από το κουτί της και τη βάλανε κάτω από το δενδράκι. Η
γιαγιά η Δήμητρα πήγε και κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα της, δίπλα στο τζάκι,
για να ξεκουραστεί, τριγύρω της κάθισαν τα τρία εγγονάκια της.
-Λοιπόν,
είπε η γιαγιά, απόψε θα σας πω μια αληθινή ιστορία που έγινε πολύ παλιά, κάπου μακριά!
Σε μία χώρα,
που ο ήλιος ήταν πολύ καυτός και οι άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές του με καμήλες,
στην Ναζαρέτ, ζούσε μια νεαρή όμορφη κοπέλα. Η Μαρία ζούσε στο σπίτι Της και ήταν
αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, ο οποίος ήταν ένας πάρα πολύ μεγάλος, σε ηλικία άνθρωπος,
που ήταν χήρος, δηλαδή, η γυναίκα του είχε πεθάνει. Οι Ιερείς του Ναού του Σολομώντα
στην Ιερουσαλήμ, του είχαν αναθέσει να προσέχει τη Μαρία! Η Σοφία ρωτάει τη γιαγιά.
-Ο Ιωσήφ
είχε παιδιά;
-Ναι, απαντά η γιαγιά και συνεχίζει. Μία μέρα, που, η Μαρία, καθόταν κοντά στο παράθυρο
του σπιτιού της και έβλεπε τα ανθισμένα λουλουδάκια, εμφανίζεται μπροστά της
ένας Άγγελος με μεγάλα λευκά φτερά, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέει:
-Χαίρε
χαριτωμένη Μαρία. Μη φοβάσαι. Ο Θεός είναι μαζί σου! Το Άγιο Πνεύμα θα έρθει σε
εσένα και θα γεννήσεις, με θαυμαστό τρόπο, το Γιό του Θεού και θα τον ονομάσεις,
Ιησού! Η Μαρία τον ρώτησε με απορία:
-Πώς θα
γίνει αυτό; Αφού δεν είμαι παντρεμένη!
-Θα
γεννήσεις με θαυμαστό τρόπο, με τη βοήθεια και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος! Τότε
η Μαρία είπε:
-Εγώ είμαι η
δούλη του Θεού, δέχομαι να κάνω το θέλημα Του. Χαρούμενος ο Γαβριήλ έφυγε και η
Μαρία ζούσε κοντά στον Ιωσήφ, προστατευμένη.
Όταν έφθασε
ο χειμώνας, ο αυτοκράτορας Αύγουστος διέταξε να πάνε όλοι οι κάτοικοι της χώρας
στα χωριά τους, για να απογραφούν. Έτσι ο Ιωσήφ πήρε τη Μαρία και πήγαν στη Βηθλεέμ,
στο χωριό του. Εκεί χιόνισε και έκανε πολύ κρύο, η Μαρία ήταν έτοιμη να
γεννήσει, τον Ιησού, τον μικρό Χριστό. Έφθασε η νύχτα και δεν είχαν που να
μείνουν, όλα τα πανδοχεία ήταν γεμάτα κόσμο που πήγαινε στη Βηθλεέμ για να
απογραφεί. Μία γυναίκα τους συμπάθησε και τους έβαλε να ξεκουραστούν στον
στάβλο όπου είχε τα ζώα της. Εκεί γέννησε η Παναγία τον Χριστό και τον έβαλε σε
μία φάτνη. Στη σπηλιά έκανε κρύο πολύ, τα γαϊδουράκια και τα αλογάκια πήγαν κοντά
στον Χριστό, για να τον ζεστάνουν με την αναπνοή τους.
Λίγο πιο
πέρα από τον στάβλο, κάθονταν κάποιοι βοσκοί που φύλαγαν τα πρόβατα τους.
Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά τους ένας Άγγελος που τραγουδούσε δόξα στον ύψιστο
Θεό που φέρνει την Ειρήνη στους ανθρώπους, οι βοσκοί τρόμαξαν. Αυτός τους καθησύχασε και τους είπε
να πάνε στη σπηλιά, για να προσκυνήσουν τον Βασιλιά του κόσμου. Τρέχοντας εκείνοι
πήγαν στο στάβλο. Προσκύνησαν τον Χριστό. Όταν έφυγαν από εκεί, συνάντησαν τους
συγχωριανούς τους και τους είπαν ότι γεννήθηκε ο Ιησούς να πάνε και αυτοί να
τον προσκυνήσουν! Οι βοσκοί ήταν οι πρώτοι κήρυκες του Χριστού, δηλαδή ήταν οι
πρώτοι όπου μίλησαν για Εκείνον στους ανθρώπους. Χιλιάδες άγγελοι κατέβαιναν
από τον Ουρανό και υμνούσαν το παιδί. Η Δήμητρα ρώτησε ενθουσιασμένη τη γιαγιά:
-Είχαν τα Αγγελάκια με μεγάλα φτερά,
φορούσαν λευκούς χιτώνες και είχαν φωτεινά στεφάνια στα ξανθά τους μαλλιά;
-Ναι, απαντά
η γιαγιά.
Εκείνη τη
στιγμή οι Μάγοι από τα βάθη της Ανατολής, με οδηγό ένα λαμπρό άστρο που ήταν
ψηλά στον ουρανό, ξεκίνησαν να πάνε, να δουν τον μικρό Χριστό. Το ταξίδι τους ήταν
πολύ μεγάλο. Ταξίδευαν δύο χρόνια. Τότε ο Κωστής ρώτησε:
-Γιαγιά,
ήταν μάγοι που έκαναν μαγικά με τα ραβδιά τους και φόραγαν μεγάλα καπέλα;
-Όχι Κωστή
μου, ήταν κάποιοι σοφοί άνθρωποί που μελετούσαν και σχεδίασαν τα αστέρια στον
ουρανό και πόσο μακριά είναι από τη γη μας, όπως κι εσείς στο σχολείο! Δηλαδή
ήταν αστροφυσικομαθηματικοί! Στο δρόμο που πήγαιναν έχασαν από μπροστά τους το άστρο και τότε ρώτησαν
τους κατοίκους του βασιλείου του Ηρώδη, αν ήξεραν που γεννήθηκε ο μικρός
Χριστός, για να πάνε να τον προσκυνήσουν. Ο Ηρώδης ο βασιλιάς του τόπου ήταν
ένας παρά πολύ κακός άνθρωπος. Όταν άκουσε ότι γεννήθηκε νέος βασιλιάς,
φοβήθηκε ότι ο Χριστός θα του πάρει την
εξουσία και ήθελε να τον σκοτώσει. Είπε, λοιπόν, στους Μάγους να βρούνε τον
Ιησού και να τον ειδοποιήσουν για να πάει κι αυτός να τον προσκυνήσει. Οι Μάγοι
ξαναβρήκαν το άστρο που τους οδηγούσε και συνέχισαν το ταξίδι τους. Ο Ηρώδης
τυφλωμένος από το μίσος του για τον Χριστό, διέταξε τους στρατιώτες τους, να σκοτώσουν
όλα τα αγόρια που ήταν στην ηλικία του Χριστού. Τότε, Άγγελος Κύριου
εμφανίστηκε στον Ιωσήφ και του είπε, να πάρει τον Ιησού και τη Μαρία και να
φύγει από εκεί, γιατί ο Ηρώδης ήθελε να σκοτώσει το μωρό. Έτσι, ο Χριστός, η
Παναγία μας και ο Άγιος Ιωσήφ, έφυγαν από τη Βηθλεέμ και πήγαν, μακριά, σε ξένη
χώρα, την Αίγυπτο, για να μη κινδυνεύσουν! Η Σοφία θυμήθηκε κάτι που έμαθε στο
σχολείο.
-Η δάσκαλά
μας, μας είπε ότι, οι Μάγοι προσκύνησαν τον Χριστό όταν ήταν δύο χρονών και
έμενε σε σπίτι. Του πρόσφεραν τα δώρα τους που ήταν, σμύρνα, χρυσό και λιβάνι.
Ακόμα, μας είπε πως εμφανίστηκε ένας
Άγγελος στον ύπνο τους και τους έδωσε εντολή να φύγουν από άλλο δρόμο
για την Ανατολή και να μη περάσουν από τον Ηρώδη. Γιαγιά να σε ρωτήσω κάτι,
τρεις δεν ήταν οι Μάγοι; Η κυρία στο σχολείο μας είπε ότι δεν ξέρουμε.
-Σωστά, το Ευαγγέλιο δεν λέει πόσοι ήταν οι Μάγοι. Σίγουρα όμως, θα ήταν παραπάνω
από τρεις. Εκείνο τον καιρό τα μακρινά ταξίδια ήταν δύσκολο πράγμα και τα
έκαναν πολλοί άνθρωποι μαζί.
Και εδώ
παιδιά, τελειώνει η ιστορία της Γέννησης του Χριστού μας. Που ήρθε στη γη, για
να μας μάθει να αγαπάμε!
Τα παιδιά
συνέχισαν να στολίζουν στο σπίτι, περιμένοντας τον μπαμπά τον Χάρη, τη μαμά την
Αριάδνη και τον παππού τον Θωμά, να επιστρέψουν από την Τρίπολη, όπου είχαν
πάει για ψώνια!
